λογάρι

λογάρι
το сокровище; драгоценность; богатство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "λογάρι" в других словарях:

  • λογάρι — το (AM λογάριον, Μ και λογάριν και λογάρι και λαγάριν) νεοελλ. μσν. αποθησαυρισμένο χρήμα ή θησαυρός από τιμαλφή αντικείμενα, περιουσία, πλούτος («καὶ κτήματα ἀρίθμητα ἐπέδωκεν νὰ ἔχουν, λογάριόν τε περισσόν, καὶ δούλους», Διγεν. Ακρ.) αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • λογάρι — το ιού, χρήμα, πλούτος, θησαυρός: Στο μπαούλο υπήρχε πολύ λογάρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λογαράς — λογαράς, ὁ (Μ) 1. λογιστής (ως αυλικός τίτλος) 2. αυτός που λέει πολλά λόγια, πολυλογάς, φλύαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λογάρι + κατάλ. άς (πρβλ. ζωναρ άς, φαναρ άς)] …   Dictionary of Greek

  • λογαρίδιον — λογαρίδιον, τὸ (Α) λογάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < λογάριον + υποκορ. κατάλ. ίδιον] …   Dictionary of Greek

  • λογαρίζω — (Μ) [λογάρι] 1. υπολογίζω, μετρώ 2. σχεδιάζω, σκοπεύω …   Dictionary of Greek

  • λογαριάζω — (AM λογαριάζω) [λογάρι] υπολογίζω, αριθμώ, μετρώ, κάνω αριθμητικές πράξεις (α. «λογάριασα τα έξοδα τού μήνα» β. «λογαριάζω τις μέρες τής άδειάς μου») νεοελλ. 1. περιλαμβάνω κάτι σε κάποιο λογαριασμό, συνυπολογίζω («λογάριασες και τα έξοδα τού… …   Dictionary of Greek

  • λογαρικός — λογαρικός, ή, όν (Μ) [λογάρι] φρ. «λογαρική λίτρα» μονάδα βάρους …   Dictionary of Greek

  • λόγος — I Η ομιλία, η λαλιά του ανθρώπου ως μέσο έκφρασης και επικοινωνίας. Βλ. λ. γλώσσα. Λ. επίσης ονομάζεται η λογική. Βλ. λ. λογική. II (Μαθημ.). Ας είναι Α και Β δύο ομοειδή γεωμετρικά μεγέθη, για παράδειγμα, δύο ευθύγραμμα τμήματα· ενδέχεται φυσικά …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»